Ένας νεαρός αγρότης που ζει σε μιά φάρμα μαζί με την σύζυγό του, δέχεται την επίσκεψη της πεθεράς του, η οποία σκοπεύει να μείνει εκεί μια-δυό εβδομάδες και μάλιστα απαιτεί να επιθεωρήσει τον χώρο.
Καθώς περπατούν μέσα στον στάβλο, το μουλάρι του αγρότη ξαφνικά σηκώνεται και τραβάει μια γερή κλωτσιά στο κεφάλι της πεθεράς και την αφήνει ξερή.
Στην κηδεία μερικές μέρες αργότερα, ο αγρότης στέκεται κοντά στο φέρετρο και χαιρετά γνωστούς και φίλους που περνούν για να τον συλλυπηθούν. Ο παπάς παρατηρεί ότι όποτε περνάει μια γυναίκα και χαιρετά τον αγρότη, αυτή ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του, εκείνος συμφωνεί κουνώντας το κεφάλι του και της λέει κάτι. Κάθε φορά που κάποιος άντρας τον χαιρετά, του λέει κάτι και ο αγρότης κουνάει αρνητικά το κεφάλι και του απαντά ψιθυριστά στο αυτί.
Περίεργος ο παπάς πλησιάζει μετά την κηδεία και ρωτά τον αγρότη τι συνέβαινε τόση ώρα. Ο αγρότης του απάντησε: “Κάθε φορά που ερχόταν μια γυναίκα μου έλεγε ‘Τι φοβερή τραγωδία’ και εγώ συμφωνούσα κουνώντας το κεφάλι και έλεγα “Ναι, τι τρομερό”. Οι άντρες με ρωτούσαν: “Το πουλάς το μουλάρι;” και εγώ κουνούσα το κεφάλι μου και έλεγα: “Δεν γίνεται. Το έχω ήδη νοικιάσει σε άλλους για έναν χρόνο”.

Ο εξομολόγος έχει επισκεφθεί το μοναστήρι όπου ζουν 4 καλόγριες. Η εξομολόγηση αρχίζει:
- Εγώ πάτερ, μία ημέρα σκέφτηκα το σώμα ενός άνδρα, λέει η πρώτη καλόγρια.- Πήγαινε γρήγορα στον ιερό νιπτήρα να πλύνεις το κεφάλι σου με τον αγιασμό που είναι μέσα, λέει ο εξομολόγος.- Εγώ πάτερ μία μέρα στο λεωφορείο ακούμπισα κατά λάθος το χέρι μου στο μπροστινό μέρος ενός άνδρα, λέει η δεύτερη καλόγρια.- Πήγαινε γρήγορα να πλύνεις τα χέρια σου στον ιερό νιπτήρα με τον αγιασμό. Ξαφνικά βλέπει ο πάτερ την τέταρτη καλόγρια να προσπερνά την τρίτη και την ρωτάει:
- Γιατί εσύ άλλαξες θέση;- Αχ πάτερ μου, σε παρακαλώ, άσε με να κάνω τις γαργάρες μου, πριν πλύνει αυτή τον κώλο της.