Ενώ τα spreads των ελληνικών ομολόγων έφτασαν στα ύψη: Τρεις μπογιατζήδες - ένας Αλβανός, ένας Γερμανός και ένας Έλληνας- πέθαναν και πήγαν στον Παράδεισο. Ο Αγιος Πέτρος τους άνοιξε την πόρτα.
- Καλώς τα παιδιά. Επιτέλους ήρθαν και τρεις χρήσιμοι άνθρωποι. Ρε παιδιά θέλω να βάψω την πόρτα του Παράδεισου.
- Για πες μου, λέει του Αλβανού, πόσα θέλεις για να τη βάψεις;
- 600 ευρώ, λέει ο Αλβανός...
- 600; Πώς τα λογάριασες;
- Nα: 400 για μένα και 200 τα υλικά.
- Εσύ, λέει του Γερμανού, πόσα θέλεις ;
- 900 ευρώ: 300 για μένα, 300 στην εφορία και 300 τα υλικά.
- Και εσύ, λέει του Έλληνα, πόσα θέλεις ;
- 3.000 ευρώ Αγιε Πέτρο.
- 3.000; Τρελός είσαι; Πώς τα λογάριασες;
- Αγιε Πέτρο, έλα πιο κοντά να μην μας ακούν.
Ο Αγιος Πέτρος πήγε κοντά του και ο Έλληνας του ψιθυρίζει:
- Ακουσε να δεις: 1.000 για σένα, 1.000 για μένα, 400 στο Γερμανό για να το βουλώσει και 600 θα δώσουμε στον Αλβανό για να βάψει την πόρτα...
Ένας Αμερικάνος , ένας Εγγλέζος κι ένας Έλληνας ναυαγήσανε σ ένα έρημο νησάκι και αφού κάνανε μια πρόχειρη εξερεύνηση , διαπιστώσανε ότι ήταν ακατοίκητο .
- Να πάρει ο διάολος , λέει ο Εγγλέζος , δεν πρόκειται να φύγουμε ποτέ από δω .
Δεν πρόλαβε να αποσώσει την κουβέντα του , να σου , παρουσιάστηκε ο διάολος και τους ρωτάει :
- Με ζήτησε κανείς ;
- Όχι , αλλά λέγαμε ότι δεν υπάρχει τρόπος να φύγουμε από δώ , του λέει ο Αμερικάνος .
- Θα σας πάω εγώ όπου θέλετε , φτάνει να μου πει κάποιος από σας κάτι , που δεν μπορώ να το κάνω.
- Εγώ θέλω να δω τώρα, εδώ μπροστά μας, το Εmpire State Building, το άγαλμα της Ελευθερίας και το λιμάνι της Ν. Υόρκης .
- Εύκολο του λέει ο διάολος και , μ ένα χτύπημα των δακτύλων του , τα έκανε όλ αυτά .
- Κύριοι , έχασα , λέει ο Αμερικάνος στους άλλους δυο .
- Εγώ θέλω τον Πύργο του Λονδίνου , τη Γέφυρα του Πύργου και τον Τάμεση να παρουσιαστούν εδώ μπροστά μας , λέει ο Εγγλέζος . αλλο ένα χτύπημα των δακτύλων του ο διάολος και τα πάντα που ζήτησε ο Εγγλέζος , στη θέση τους .
Ο Έλληνας , αραχτός λίγο παραπέρα , όταν τον κοιτάξανε με αγωνία και ελπίδα οι άλλοι δυο , αμολάει μια κλανιά και λέει του διαβόλου :
- Βάφτην πράσινη !
Ο διάολος τα χασε και μετά από λίγο ομολόγησε ότι δεν μπορούσε να κάνει αυτό που του ζήτησε ο Έλληνας κι άρχισε να ετοιμάζεται για την μεταφορά .
- Αν σου πω και κάτι ακόμη , που δεν μπορείς να το κάνεις , θα μου δώσεις κι ένα τσουβάλι λίρες χρυσές ;
- Aμα τα καταφέρεις να βρεις κάτι ακόμη που δεν μπορώ να το κάνω , θα σου δώσω δυο τσουβάλια λίρες , του απαντάει ο διάολος .
Ο Έλληνας παίρνει ένα άδειο κονσερβοκούτι , το γυρνάει ανάποδα και , στο γερό του τον πάτο , ανοίγει καμιά διακοσαριά τρύπες . Το φέρνει κοντά
Στον κώλο του , αμολάει άλλη μια κλανιά και το δίνει στο διάολο , λέγοντας :
- Μήπως μπορείς να μου πεις από ποια τρύπα βγήκε ;
Ο διάολος άρχισε :
- Απ αυτή - Όχι - Απ αυτή - Όχι - Απ αυτή - Όχι - Απ αυτή - Όχι
Με τα πολλά , τις είπε όλες ο διάολος , αλλά πάντα η απάντηση του Έλληνα ήταν « όχι » .
- Ε από ποια , τέλος πάντως ; ρώτησε αγανακτισμένος .
- Απ αυτή ! του λέει ο Έλληνας και του δείχνει τον κώλο του.
Στο τέλος της έβδομης μέρας της δημιουργίας, κοιτάει ο Θεός αυτά που έκανε.
Κοιτάει τα πουλιά και λέει:
- Πωπω, τι κελάιδημα, τι χρώματα... Δεν παίζομαι!
Κοιτάει τα λιοντάρια και λέει:
- Πωπω, τι δύναμη, τι θάρρος, τι περηφάνια... Είμαι άπαιχτος!
Κοιτάει τον Αδάμ και λέει:
- Πωπω, τι άνδρας, τι παίδαρος, τι ομορφιά... Είμαι άπαιχτος, είμαι θεός!
Κοιτάζει και την Εύα και λέει:
- Δεν πειράζει, θα βάφεται...