Μια φορά πάει ένας τύπος σε ένα μπαρ, και με ύφος βαρύμαγκα ασήκωτου παραγγέλνει έναν φραπέ.
Τα γκαρσόνια κοιτάζονται μεταξύ τους, και λέει ο ένας:
- Αφήστε, και θα τον φτιάξω εγώ.
Πλησιάζει τον βαρύμαγκα και τον ρωτάει:
- Τι είδους φραπέ θέλεις φίλε, μάγκικο ή πούστικο;
Ξαφνιασμένος ο τύπος απαντάει "μάγκικο" και τότε το γκαρσόνι του πηγαίνει έναν φραπέ χωρίς γάλα και ζάχαρη, σκέτο καφέ και νερό.
Ο βαρύμαγκας τον δοκιμάζει, του έρχεται να τον φτύσει, αλλά τον πίνει με το ζόρι για να δείξει ότι είναι μάγκας.
Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια.
Αυτήν την φορά πίνει τον καφέ μέχρι την μέση και φεύγει.
Την τρίτη φορά τα ίδια. Ο βαρύμαγκας παίρνει τον μάγκικο καφέ, πίνει μια-δυο γουλιές και τον παρατάει.
Ξαναεμφανίζεται την άλλη μέρα, παραγγέλνει φραπέ, και το γκαρσόνι τον ρωτάει πάλι:
- Μάγκικο ή πούστικο;
- Μάγκικο, λέει αυτός.
Καθώς το γκαρσόνι πάει προς το μπαρ, ο βαρύμαγκας του λέει χαμηλόφωνα:
- Ψιτ, φίλε, βάλε και λίγη πουστιά στον καφέ!
Μπαίνει ενας κλέφτης μέσα σε ένα πλουσιόσπιτο και αρχίζει να κλέβει οτι βρίσκει μπροστά του και ξαφνικά ακούει μια φωνή.
"Ο Ιησούς σε βλέπει!"
Παγώνει ο κλέφτης, κοιτάει δεξιά-αριστερά, δεν βλέπει τίποτα και μετά από λίγο συνεχίζει να κλέβει ακάθεκτος. Πιο μέσα στο σπίτι βλέπει ένα παπαγαλάκι λίγο πιο μέσα στο σπίτι.
- Εσύ μίλησες; το ρωτάει.
- Ναι, εγώ! απαντάει το παπαγαλάκι.
- Και πως σε λένε;
- Αϊνστάιν! λέει το παπαγαλάκι.
- Χμ,περίεργο όνομα για πουλί, λέει ο κλέφτης.
- Γιατι το Ιησούς δεν είναι περίεργο όνομα για συναγερμό;
Δέκα καμηλιέρηδες με δέκα καμήλες ξεκινούν να διασχίσουν τη Σαχάρα.
Μετά από λίγο ψωφά μία καμήλα και ο καμηλιέρης ανεβαίνει σε μια άλλη με άλλον μαζί.
Πάλι μετά από ώρες ψωφά άλλη καμήλα και ο καμηλιέρης ανεβαίνει σε άλλη καμήλα με άλλον μαζί.
Την τρίτη μέρα ζει μόνο μία καμήλα και πάνω της είναι στριμωγμένοι και οι δέκα καμηλιέρηδες από το λαιμό μέχρι την ουρά.
Επόμενο ήταν μετά από λίγο η καμήλα να ζορίζεται και αρχίσει να βογγά.
Ο καμηλιέρης που ήταν στο λαιμό, ακούει πρώτος τα βογγητά, προαισθάνεται το τέλος της καμήλας και σκεπτόμενος την πεζοπορία που τους περιμένει, γυρίζει στον πίσω του και του λέει λυπημένος.
- Φίλε η καμήλα σκούζει.
Ο δεύτερος επίσης λυπημένος γυρίζει στον τρίτο και τον ενημερώνει :
- Φίλε η καμήλα σκούζει.
Αυτό έγινε μέχρι και τον ένατο, ο οποίος επίσης γυρίζει στον δέκατο καμηλιέρη, ο οποίος κρατιόταν από την ουρά και του λέει μέσα στη μαύρη απελπισία:
Φίλε η καμήλα σκούζει.
Και αυτός:
- Τι να κάνω ρε μαλάκα; Aμα τη βγάλω έξω θα πέσω.