Ήτανε δυο φίλοι, ηλικίας γύρω στα σαράντα, παντρεμένοι, με παιδιά. Ένα βράδυ πηγαίνουν σε ένα μπαρ για να πιούν ένα ποτό. Εκεί που κάθονται, βλέπουν να μπαίνει μια ψηλή όμορφη, μελαχρινή, γυναικάρα. Λέει ο ένας στον άλλο:
- Ουάου, τι γυναικάρα. Θα παω να της την πέσω.
- Όχι ρε! Μην είσαι μαλάκας, παντρεμένος άνθρωπος, του λέει ο άλλος.
Αυτός δεν ακούει τίποτα.
- Πρέπει να σου πω και κάτι που δεν ξέρεις, του ξαναλέει ο άλλος. Είναι στραβή, δε βλέπει. Την ξέρω.
- Ε και τι; Ρατσιστής είμαι εγώ; απαντάει ο άλλος και πλησιάζει την κοπέλα.
- Σπίτι μου ή σπίτι σου;
- Σπίτι μου, λέει αυτή.
- Μισό λεπτό να πάρω τη γυναίκα μου να της το πω.
Η κοπέλα κοκάλωσε.
- Μα καλά, τόση ειλικρίνεια έχετε στην σχέση σας;
- Α, όλα κι όλα. 15 χρόνια με τη Γωγώ, πάντα λέμε την αλήθεια μεταξύ μας.
Βγάζει το κινητό, παίρνει τη Γωγώ και της λέει:
- Έλα Γωγώ, θα αργήσω να γυρίσω σπίτι, γιατί μου έκατσε μια στραβή!
Κάποτε ήταν ένας Γερμανός, ένας Ιταλός και ένας Έλληνας και τους έπιασε ένας βασιλιάς, τους πηγαίνει σε ένα μέρος που βρωμούσε απίστευτα και τους λέει:
- Κανένας δεν έχει διασχίσει αυτόν τον βάλτο. Όποιος πηδήξει και διασχίσει τον βρωμερό βάλτο με τους λευκούς καρχαρίες, τις βδέλλες και τους κροκόδειλους θα κερδίσει το βασίλειό μου.
Δεν πηδάει κανείς.
Ξαναλέει ο βασιλιάς:
- Όποιος πηδήξει και διασχίσει τον βρωμερό βάλτο με τους λευκούς καρχαρίες, τις βδέλλες και τους κροκόδειλους θα κερδίσει το βασίλειό μου ή έναν μαλάκα!
Πηδάει ο Έλληνας, τον κυνηγάν οι καρχαρίες, οι κροκόδειλοι, τον πλησιάζουν, ίσα που προλαβαίνει και βγαίνει στην άλλη πλευρά ματωμένος και ταλαιπωρημένος.
- Μπράβο, λέει ο βασιλιάς. Κανένας άλλος δεν είχε ποτέ διασχίσει τον βρωμερό βάλτο με τους λευκούς καρχαρίες, τις βδέλλες και τους κροκόδειλους. Τι θες λοιπόν; Το βασίλειό μου, ή έναν μαλάκα;
- Έναν μαλάκα!
- Έναν μαλάκα;
- Ναι, τον μαλάκα που με έσπρωξε στον βάλτο!