Πανευτυχείς οι πρωτόπλαστοι χαίρονται τις ομορφιές του Παραδείσου. Τους επισκέπτεται συχνά ο Θεός να δει αν τους λείπει κάτι, αν η δημιουργία του ήταν επιτυχής.
- Θεέ μου, του λέει μια μέρα ο Αδάμ, θέλω να σε ευχαριστήσω. Που την έκανες όμορφη, τόσο γοητευτική, με τις καμπύλες της, την τσαχπινιά της...
- Την έκανα έτσι για να σου αρέσει, παιδί μου, του απαντά ο Θεός με την βαριά στεντόρεια του φωνή.
- Μόνο, να, ξέρεις Θεέ μου, έχω ένα μικρό πρόβλημα... Είναι λίγο χαζή...
- Την έκανα έτσι για να της αρέσεις, παιδί μου!
Μπαίνει ένας τύπος στο μπάρ, σκαρφαλώνει σε μία καρέκλα και φωνάζει.
- Μπάρμαν, πιάσε μου ένα ουίσκι διπλό, κέρνα τον κόσμο εδώ που κάθεται, κέρνα και τις δύο σερβιτόρες, πιες και εσύ ένα στην υγειά μου.
Πάει δύο η ώρα τα ξημερώματα, σηκώνεται να φύγει ο τύπος.
Τον πιάνει ο μπάρμαν.
- Πού πας εσύ; Δεν θα πληρώσεις;
- Έλα ρε συ, άνθρωποι είμαστε. Την μία μέρα έχουμε, την άλλη δεν έχουμε. Θα στα φέρω αύριο.
- Καλά, λέει ο μπάρμαν.
Το άλλο βράδυ, πάλι ο ίδιος τύπος:
- Μπάρμαν, πιάσε μου ένα ουίσκι διπλό, κέρνα τον κόσμο εδώ που κάθεται, κέρνα και τις δύο σερβιτόρες, πιες και εσύ ένα στην υγειά μου.
Στις 2 τα ξημερώματα, ξανασηκώνεται να φύγει.
- Που πάς χωρίς να πληρώσεις;! τον ρωτάει ο μπάρμαν.
- Έλα ρε συ, άνθρωποι είμαστε. Την μία μέρα έχουμε, την άλλη δεν έχουμε. Θα στα φέρω αύριο.
Τον πιάνει ο μπάρμαν, τον πάει έξω και τον πλακώνει στο ξύλο.
Μετά από καιρό ξανάρχεται ο ίδιος τύπος.
- Μπάρμαν, πιάσε μου ένα ουίσκι διπλό, κέρνα τον κόσμο εδώ που κάθεται, κέρνα και τις δύο σερβιτόρες. Αλλά εσένα κερατά δεν σε κερνάω, γιατί όταν πίνεις δεν ξέρεις τί κάνεις!
Ήταν ένας Τούρκος,ένας Έλληνας και ένας Εβραίος και μιλούσαν για τα θαύματα που έχουν κάνει οι Θεοί τους για να τους βγάλουν από μία δύσκολη θέση.
Τούρκος:
- Ήμουν που λέτε στην έρημο και ξαφνικά άρχισε μία ανεμοθύελα που να σε ακουμπάει και να σου σκίζει το δέρμα! Αρχίζω λοιπόν και εγώ να προσεύχομαι στον Θεό μου. Και σε μια στιγμή βλέπω γύρω-γύρω ανεμοθύελα και στη μέση ηρεμία, αδράνεια!
Έλληνας:
- Πω, πω! Απίστευτο! Εγώ που λέτε ήμουν με τη βάρκα μου στη θάλασσα και ξαφνικά αρχίζει μια τρικυμί,α με κάτι κύματα 10 μέτρα. Αρχίζω λοιπόν και εγώ να προσεύχομαι στον Θεό μου. Και σε μια στιγμή βλέπω γύρω-γύρω τρυκιμία και στη μέση ηρεμία, γαλήνη!
Εβραίος:
- Πω, τι μου λες βρε παιδί μου; Τώρα ακούστε και εμένα. Ήταν Σάββατο και πήγαινα στην ιερά σύνοδο και όπως προχωρούσα βλέπω μπροστά μου 2 γυναίκες ημίγυμνες να με κοιτούν έντονα και να μου δείχνουν ότι με θέλουν. Και λέω στον εαυτό μου "Δεν πρέπει να υποκύψεις, είναι Σάββατο σήμερα! Μέρα του Θεού!" Αυτές συνεχίζουν τώρα πια πιο έντονα, ξέρετε τώρα ματάκια, γλώσσα κτλ. Τι να κάνω λοιπόν και εγώ αρχίζω να προσεύχομαι στον Θεό μου. Ε, και εκέινη τη στιγμή βλέπω γύρω-γύρω Σάββατο και στη μέση Κυριακή!
Ένα πλοίο βουλιάζει στη μέση του ωκεανού. Όλες οι βάρκες έχουν γεμίσει και έχουν φύγει, εκτός από μία, η οποία όμως χωράει τρία άτομα. Πάνω στο πλοίο έχουν μείνει ο καπετάνιος, δύο λευκοί και ένας μαύρος. Όταν φτάνουν στη βάρκα ο καπετάνιος λεει:
- Ως καπετάνιος του πλοίου, δικαιούμαι μία θέση. Ένας λοιπόν από εσάς δεν θα έρθει με τη βάρκα.
Μόλις το ακούει αυτό ο μαύρος, αρχίζει να γκρινιάζει:
- Ξέρω, εγώ θα μείνω γιατί είμαι μαύρος.
- Όχι, λεει ο καπετάνιος, εγώ δεν είμαι ρατσιστής και δεν θα επιτρέψω να γίνει κάτι τέτοιο. Θα γίνει κλήρωση με ερωτήσεις. Όποιος δεν απαντήσει σωστά θα μείνει πίσω. Σύμφωνοι;
- Σύμφωνοι! λένε όλοι.
- Λοιπόν, ποιο ήταν το μεγαλύτερο ναυάγιο στην ιστορίας; ρωτάει τον έναν λευκό.
- Ο Τιτανικός, ο Τιτανικός, απαντάει εκείνος.
- Σωστά, ανέβα στη βάρκα, του λέει όλο χαρά ο καπετάνιος. Πόσοι άνθρωποι πνίγηκαν; ρωτάει τον δεύτερο λευκό ο καπετάνιος.
- Χίλιοι πεντακόσιοι, απαντάει εκείνος.
- Σωστά! Κι εσύ, λέει ο καπετάνιος στον μαύρο, δώσε μου τα ονόματα και τις διευθύνσεις τους..