Ένας μεσόκοπος καουμπόη, κλασικά ντυμένος με καρό πουκάμισο, τζιν, δερμάτινο μπουφάν, καπέλο και μπότες με σπιρούνια, μπαίνει σε ένα κεντρικό μπαρ της Νέας Υόρκης, κάθεται στον πάγκο και παραγγέλνει ένα ουίσκι.
Εκεί που απολάμβανε το ποτό του, μπαίνει μια κοπελίτσα στο μπαρ και κάθεται δίπλα του. Αφού παρήγγειλε κι εκείνη ένα ποτό, γυρίζει στον καουμπόη, τον κοιτάζει από πάνω ως κάτω, και μιας κι ήταν περίεργο για έναν καουμπόη στο κέντρο της Νέας Υόρκης, τον ρωτάει:
- Είσαι αληθινός καουμπόη;
- Κοίτα... της λέει αυτός, ... Έχω περάσει όλη μου τη ζωή στους στάβλους, βόσκοντας αγελάδες, καβαλώντας άλογα, φτιάχνοντας φράχτες... Μάλλον είμαι λοιπόν αληθινός καουμπόη.
Περνάνε λίγα λεπτά αμηχανίας, χωρίς να βγάλουνε κουβέντα, ώσπου αυτός παίρνει το θάρρος να ρωτήσει:
- Εσύ τι είσαι;
- Κοίτα... Ποτέ δεν έχω πάει σε στάβλο, ούτε έχω βοσκήσει αγελάδες, άρα δεν είμαι καουμπόη, απαντάει εκείνη. Όλη μου τη μέρα την περνάω να σκέφτομαι γυναίκες. Όταν κάνω μπάνιο, όταν τρώω, όταν βλέπωτηλεόραση, συνέχεια σκέφτομαι γυναίκες, και πολλές φορές μάλιστα τις σκέφτομαι γυμνές. Αρα είμαι λεσβία.
Μετά από λίγο εκείνη έφυγε, κι ο καουμπόη, λίγο σκεπτικός αυτή τη φορά, παρήγγειλε κι άλλο ποτό. Αυτή τη φορά κάθισε δίπλα του ένα νεαρό ζευγάρι, το οποίο επίσης παραξενεύτηκε με την παρουσία του καουμπόη, και τον ρώτησαν:
- Είσαι αληθινός καουμπόη;
- Κοίτα... λέει εκείνος, πάντα νόμιζα ότι ήμουνα ένας αληθινός καουμπόη, αλλά μόλις σήμερα ανακάλυψα ότι είμαι λεσβία.

Ήταν ένας τύπος που πήγαινε σε ένα χωριό αλλά έμεινε από λάστιχο σε ένα απόμερο σημείο.
Πάει στο πορτ-μπαγκαζ να πάρει το γρύλλο για να αλλάξει το λάστιχο και είδε με απελπισία ότι δεν το είχε μαζί του. Εκεί γύρο υπήρχε μόνο δάσος και ο άνδρας είδε στο βάθος μία φωτεινή κουκίδα. Μη έχοντας λοιπόν άλλη επιλογή ξεκίνησε να περπατήσει προς τα εκεί. Καθώς περπατούσε σκεφτότανε από μέσα του:
"Θα πάω εγώ εκεί θα χτυπήσω την πόρτα του σπιτιού, θα μου ανοίξει την πόρτα ο άνθρωπος που μένει εκεί, θα μου πει:
"Ναι, παρακαλώ τί θέλετε;"
Θα του πω εγώ:
"Καλησπέρα σας, συγνώμη για την ενόχληση, αλλά ξέρετε έμεινα από λάστιχο και δεν έχω γρύλλο για να το αλλάξω. Μήπως θα μπορούσατε σας παρακαλώ να μου δανείσετε το γρύλλο του αυτοκινήτου σας για να αλλάξω το λάστιχό;"
Θα μου πει όμως ο άλλος (και με το δίκιο του):
"Καλά ρε ανθρωπέ μου, με ξυπνάς μέσα στα μεσάνυχτα για να μου ζητήσεις το γρύλλο του αυτοκινήτου μου; Είσαι ηλίθιος;"
Θα του πω όμως εγώ:
"Σας παρακάλεσα να μου δανείσετε το γρύλλο σας και τώρα πάλι, σας παρακαλώ δώστε μου μισό λεπτό το γρύλλο σας να αλλάξω το λάστιχο και θα σας τον επιστρέψω αμέσως μόλις τελειώσω."
Θα μου πει όμως εκείνος:
"Μα είναι αυτός λόγος να με ξυπνήσεις στα καλά καθούμενα, βρε ηλίθιε;" Και τότε θα του πώ..."
Τέλος πάντων σκεφτόταν την κουβέντα που θα γινόταν για το γρύλλο και κάποια στιγμή φτάνει στο σπίτι, χτυπάει, του ανοίγει ένας άνδρας και τον ρωτάει:
- Ναί, παρακαλώ τι θέλετε;
Και του απαντάει ο άνδρας:
- Ρε, δεν πάς να γαμηθείς κι εσύ και ο γρύλλος σου!