Κάποιο ανοιξιάτικο πρωινό , κάπου στην Ερυθρά Θάλασσα , σε ένα βαρκάκι ο Μωυσής και ο Χριστός το έχουν ρίξει στο ψάρεμα .
Το δόλωμα πολύ , και η όρεξη μεγάλη .. αλλά τα ψάρια φαίνονται χορτασμένα . Σε κάποια στιγμή , και ενώ στην επιφάνεια δεν έφεραν ούτε τρύπια γαλότσα , γυρνάει ο Μωυσής στο Χριστό και του λέει :
- Αααααχ ... πως περνάν τα χρόνια .. αναπολώ τις μέρες που έκανα θαύματα .
- Να σου πω , λέει ο Χριστός , και εμένα μου έχουν λείψει .
- Λες να μπορώ ακόμα να τα κάνω ;
- Δεν χάνεις τίποτα να δοκιμάσεις .
- Χμ .. θυμάμαι όταν άνοιξα την θάλασσα στα δύο .. θα δοκιμάσω ξανά . πραγματικά , ο Μωυσής παίρνει το καλάμι του ψαρέματος , το χώνει κάθετα στη θάλασσα και σαν τον " Πρίγκιπα της Αιγύπτου " η θάλασσα ανοίγει διάπλατα , αφήνοντας το βαρκάκι στον πάτο , και τα χορτασμένα ψάρια να σπαρταράνε πάνω στα φύκια .
- Βλέπω ότι ακόμα τα καταφέρνεις Μύωση , του λέει ο Χριστός . Για να δούμε τώρα την θυμάμαι εγώ την τέχνη μου ; Θα δοκιμάσω να περπατήσω πάνω στο νερό όπως τότε . Ο Μωυσής τραβάει το καλάμι του , και η θάλασσα επιστρέφει ξανά στη θέση της . Ο Χριστός , πηδάει από τη βάρκα και αρχίζει να περπατάει πάνω στο νερό . Ένα πλατύ χαμόγελο διαγράφεται στα χείλη του Χριστού , όταν διαπιστώνει ότι περπατάει όπως τότε πάνω στο νερό . Σε κάποια στιγμή όμως, αρχίζει σιγά σιγά να βουλιάζει . Τραβάει γρήγορα κουπί ο Μωυσής και τον τραβάει πάλι πάνω στη βάρκα .
- Χριστέ μου , του λέει , μου φαίνεται ότι τότε τα κατάφερνες καλύτερα .
- Ναι όμως , απαντάει θυμωμένος ο Χριστός , τότε δεν είχα αυτές τις καταραμένες τρύπες στα πόδια.

Ήταν μια φορά ο Χριστός και περπατούσε στην έρημο για σαράντα μέρες. Στον δρόμο του συναντά ένα ηλικιωμένο και του λέει:
- Γεια σας. Μα τι κάνετε γέρος άνθρωπος μέσα στην έρημο;
- Έχασα τον γιο μου και τον ψάχνω.
- Κι εγώ τον πατέρα μου.
- Ναι, αλλά ο γιος μου είναι μοναχογιός.
- Και εγώ είμαι μοναχογιός.
- Ναι, αλλά ο γιος μου είναι ξεχωριστός.
- Κι εγώ είμαι ξεχωριστός.
- Ναι, αλλά ο γιος μου δεν γεννήθηκε φυσιολογικά.
- Ούτε εγώ γεννήθηκα φυσιολογικά. Πατέρα!
- Πινόκιο!
Μια οικογένεια μόλις είχε αποκτήσει έναν παπαγάλο, ο οποίος μάθαινε να μιλάει.
Μια μέρα γυρίζει η γυναίκα στο σπίτι και βλέπει τον άντρα της να διαβάζει.
- Τι διαβάζεις εκεί; Τσοντούλες-τσοντούλες; του λέει χαριτολογώντας. το ακούει ο παπαγάλος, το αποστηθίζει.
Την άλλη μέρα βγαίνει η γυναίκα στο δρόμο κι ο γείτονας που πότιζε τη βρέχει κατά λάθος. εκείνη εξαγριωμένη του λέει:
- Τι μας βρέχεις ρε μαλακά;" το ακούει κι αυτό ο παπαγάλος το αποστηθίζει.
Μετά από δυο μέρες πάει η γυναίκα σε μια κηδεία και παίρνει και τον παπαγάλο μαζί. Βλέποντας το νεκρό ξαπλωμένο στο φέρετρο η γυναίκα λέει:
- Να του βάλεις ένα ευρώ στον κώλο να δεις για πότε θα σηκωθεί. Το ακούει ο παπαγάλος, το μαθαίνει κι αυτό.
Μετά από μια βδομάδα η γυναίκα αποφασίζει να πάει στην εκκλησία, που είχε αγιασμό και πήρε μαζί της και τον παπαγάλο, βγαίνει ο παπάς, ανοίγει το Ευαγγέλιο πετάγεται ο παπαγάλος:
- Τι διαβάζεις εκεί; τσοντούλες-τσοντούλες; ακούει ο παπάς αλλά προσπαθεί να μη δώσει σημασία, βγάζει το βασιλικό κι αρχίζει να ραντίζει αγιασμό, ο παπαγάλος:
- Τι μας βρέχεις ρε μαλακά; το ακούει ο παπάς πέφτει κάτω ξερός! κι ο παπαγάλος:
- Να του βάλεις ένα ευρώ στον κώλο να δεις για πότε θα σηκωθεί!