Βρισκόμαστε στη Γαλλία κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής. Μέσα στο κουπέ ενός τρένου κάθονται ένας Γερμανός αξιωματικός και τρεις Γάλλοι. Ένας νεαρός χωρικός, μια ηλικιωμένη και μια νέα ωραία γυναίκα.
Ξαφνικά και ενώ το τρένο περνά από μια σκοτεινή σήραγγα, μέσα στο σκοτάδι ακούγεται ο ήχος ενός φιλιού και ενός χαστουκιού.
Αμηχανία, κανείς δε μιλά, ο Γερμανός κρατά το κοκκινισμένο μάγουλο του και όλοι σκέφτονται:
Ηλικιωμένη: Τον κερατά τον Γερμαναρά, πήγε να φιλήσει την κοπέλα και αυτή τον χαστούκισε!
Κοπέλα: Το βλάκα τον Γερμανό πήγε να φιλήσει εμένα και φίλησε την γριά!
Γερμανός: Πολύ έξυπνος αυτός ο Γάλλος! Φίλησε την κοπέλα , εγώ έφαγα το χαστούκι!
Γάλλος: Ουφ! Ευτυχώς! Κανένας δεν κατάλαβε ότι εγώ φίλησα το χέρι μου και έριξα χαστούκι στο Γερμαναρά!

Μπαίνει ένας κύριος, σε ένα εστιατόριο, κάθεται και παραγγέλνει σούπα.
Μετά από λίγη ώρα το γκαρσόνι του φέρνει την σούπα, έχοντας όμως το δάχτυλο του μέσα στο πιάτο. Νευριασμένος ο κύριος:
- Τι πράγματα είναι αυτά, θέλω να μου φέρεις αμέσως μια άλλη σούπα!
Τι να κάνει το γκαρσόνι, παίρνει την σούπα και Μετά από λίγο του φέρνει
Μια άλλη, με το δάχτυλο όμως πάλι μέσα στο πιάτο.
- Δεν είμαστε καλά, του λέει ο κύριος, πλάκα μου κανείς; Φέρε γρήγορα μια άλλη γιατί πεινάω σαν λύκος!
Παίρνει την σούπα το γκαρσόνι και μετά από λίγο του φέρνει μια άλλη, με το δάχτυλο όμως πάλι μέσα στο πιάτο.
- Ας το διάολο λέει ο κύριος, άσ’ τη να την φάω.
Αρχίζει να την τρώει και ρωτάει το γκαρσόνι:
- Καλά δεν μπορούσες να βγάλεις το δάχτυλο από το πιάτο με την σούπα;
Γκαρσόνι: Ξέρετε υποφέρω από ρευματισμούς και πρέπει να έχω το δάχτυλο συνεχεία μέσα σε κάτι ζεστό!
Κύριος (συνεχίζοντας να τρώει την σούπα): Aντε ρε μαλακά, στην σούπα μου βρήκες να βάλεις το δάχτυλο σου; Ας το έβαζες στο κώλο σου!
Γκαρσόνι: Εκεί το είχα προηγουμένως !